– ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΔΙΧΟΤΟΜΗΜΕΝΟΥ ΒΑΪΛΟΥ –

Τα φαντάσματα υπάρχουν! Και θα υπάρχουν όσο κάποιοι αλαφροΐσκιωτοι σαν και μένα έχουν το βλέμμα τους συνέχεια προς τα συμβάντα του μακρινού παρελθόντος. Μερικές φορές διαβάζω για κάποιο ιστορικό γεγονός που ερεθίζει την περιέργειά μου και βυθίζομαι πίσω στον χρόνο. Πάντα το σκηνικό που στήνει το μυαλό μου είναι λιγότερο ή περισσότερο θαμπό και ελλιπώς φωτισμένο. Είναι λογικό, η φαντασία μου, όπως θα έκανε κάποιος πονηρός σκηνογράφος, να κρύβει την ανεπάρκειά της μέσα σε ένα ημίφως, αφού δεν έχει ποτέ αρκετά στοιχεία για να περιγράψει την εποχή. Προσπαθεί να μην προδώσει την ψευδαίσθηση χρησιμοποιώντας έξυπνα καδραρισμένα τοπία, μπροστά στα οποία ξεπηδούν οι πρωταγωνιστές του έργου.

Τα γεγονότα που μένουν στην Ιστορία δεν είναι ποτέ χλιαρά και βαρετά. Χρειάζεται μόνο μια ελάχιστη προσπάθεια από τον παρατηρητή να τα κατανοήσει και να τα χωνέψει με εργαλείο την ηθική που κάθε φορά διαθέτει, και μεταμορφώνονται σε παράσταση αρχαίου δράματος. Αν έχεις κέφι για κωμωδία … καλώς. Αν όμως η διάθεσή σου δεν σε αφήνει να παρακολουθήσεις τίποτα άλλο παρά τραγωδία, μπορεί να τρομάξεις. Οι χαρακτήρες γίνονται τότε εφιαλτικές γκροτέσκ φιγούρες , που θα έκοβαν το αίμα σε οποιονδήποτε καλομαθημένο ρασιοναλιστή σύγχρονο άνθρωπο. Στρίβεις απότομα χωρίς να κοιτάξεις πίσω σου, ανεβαίνεις τα σκαλιά δυο-δυο και έχεις την αίσθηση ότι οι τραγικοί ήρωες σε ακολουθούν μέσα στο μισοσκόταδο. Πατάς τον πρώτο διακόπτη που θα δεις μπροστά σου και το ηλεκτρικό φως με την τρομερή του ταχύτητα σε κάνει σε μια στιγμή πάλι κυρίαρχο στα συναισθήματά σου. Για καλό και για κακό όμως, ρίχνεις και μια ματιά πίσω από τον ώμο σου. Καμιά φορά το μάτι σου μπορεί να πιάσει μια κίνηση. Μια σκοτεινή σιλουέτα που χάνεται μέσα σε μια σκιά. Κάπως έτσι κάποιο φάντασμα μπορεί να σε ακολουθήσει από τον ρεμβασμό σου και να στοιχειώσει το παρόν σου.

  Σε μια επίσκεψη στην έκθεση χαρακτικών της συλλογής Καράκωστα που φιλοξενείται εδώ και μερικά χρόνια στο τζαμί του Εμίρ Ζαδέ, κοντοστάθηκα μπροστά σε μια γκραβούρα που αναπαριστά ένα φρικτό στιγμιότυπο. Στο κέντρο ο τελευταίος βάϊλος του Νεγροπόντε Paolo Erizzo, γυμνός και ξαπλωμένος με το κεφάλι να κρέμεται προς το κάτω μέρος της εικόνας, συγκρατείται από δύο σαρικοφόρους Τούρκους από τα πόδια. Άλλοι δύο με καπέλα γενίτσαρων κρατούν εκατέρωθεν της μέσης του από μια πλευρά ενός μεγάλου πριονιού, έτοιμοι να ξεκινήσουν το τρομερό τους έργο. Αυτή η σκηνή διαδραματίζεται μπροστά στα πόδια του ξαπλωμένου στα αριστερά της εικόνας Μωάμεθ του Β’ του Πορθητή. Ο ετοιμοθάνατος σίγουρα δεν έχει την ήρεμη έκφραση κάποιου ιερομάρτυρα. Κινεί τα χέρια του σε μια στάση απόγνωσης που θυμίζει κάποιον πίνακα με θέμα τους καταδικασμένους σε αιώνια μαρτύρια στην κόλαση του Δάντη. 

  Αναστατωμένος  γύρισα απότομα στο παρόν. Παρόλο που βρισκόμουν μέσα στην φωτεινή και ευρύχωρη αίθουσα του παλιού τζαμιού, η οθωμανική ιστορία του μνημείου δεν βοηθούσε να ξαποστείλω πίσω στο 1470 όλη την ταραχή μου. Μέχρι να βγω έξω στην καθησυχαστική θέα της περιτειχισμένης από σύγχρονες πολυκατοικίες πλατείας, μια μικρή σκιά είχε προλάβει να εγκατασταθεί κάπου μέσα μου. Το φάντασμα του διχοτομημένου βάιλου με είχε στοιχειώσει.

  Μόλις κατέβηκα τις σκάλες του κτιρίου βρέθηκα ανάμεσα σε κόσμο που παρακολουθούσε μια παράσταση Καραγκιόζη. Στάθηκα πίσω-πίσω, δίπλα στην οθωμανική κρήνη και ενώ στον μπερντέ ο πασάς έβγαινε από το σεράι, ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο με ανάγλυφα αραβουργήματα υποχώρησε, καθώς στηριζόμουν πάνω του. Πίσω του αποκαλύφθηκαν πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στις σκοτεινές Βενετικές κατακόμβες οι οποίες, ως γνωστόν, απλώνονται κάτω από την πλατεία. 

  Το φάντασμα του βάιλου με καλούσε. Αν ήθελα να το ξορκίσω, έπρεπε πρώτα  να το ακολουθήσω στα κάτω στρώματα της Ιστορίας. Εκεί που δεν υπάρχει ηλεκτρικό φως να ξεδιαλύνει το αληθινό από το φανταστικό. Εκεί ο Paolo μου μίλησε για την τραγική του μοίρα. Δεν ήτανε, λέει, καταραμένος να μένει εκεί στα υγρά υπόγεια της Χαλκίδας χωρίς λόγο. Η αγαπημένη του κόρη Άννα, πριν χωριστούν πάνω στην πολιορκία, του είχε ζητήσει να αφιερώσει το πολύτιμο μενταγιόν της στην Παναγία μπροστά στην μικρή ανάγλυφη εικόνα  της, που βρίσκεται ακόμα στο ιερό της Αγίας Παρασκευής. Από ό,τι μου είπε, εκείνα τα χρόνια ο ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία την Περίβλεπτο. Εκείνος δεν μπόρεσε ποτέ να εκπληρώσει την επιθυμία της, αφού το φάντασμα του αιώνιου εχθρού του, τον εμπόδιζε. Ο Μωάμεθ στοίχειωσε και εκείνος σε αυτόν τον καταραμένο τόπο, γιατί δεν τήρησε τον λόγο του προς τον ετοιμοθάνατο βάιλο και προσπάθησε να κοροϊδέψει την θεία δίκη με ένα λογοπαίγνιο. Του υποσχέθηκε για να παραδοθεί, ότι το κεφάλι του θα μείνει στην θέση του, και τελικά τον έκοψε στη μέση. Τώρα, είχε εγκατασταθεί στο σπίτι του διοικητή με τον Γρύπα στο θυρεό, όπου βρισκόταν κρυμμένο το κόσμημα, και με το εκτόπισμα του μεγάλου στρατηγού, έδιωχνε με το γιαταγάνι του, κάθε φορά με ευκολία, τον σακατεμένο βάιλο.  

Μέσα στα υγρά σκοτάδια της κατακόμβης, μου ζητούσε να μεσολαβήσω στο σουλτάνο να τον αφήσει να ολοκληρώσει την τελευταία του αποστολή, ώστε να λυτρωθούν και οι δύο και να πάει ο καθένας στην ευχή του Θεού του. Επέστρεψα στον πάνω κόσμο προβληματισμένος. Έπρεπε να δώσω ένα τέλος σε αυτήν την ιστορία. Με όλα αυτά τα μεταφυσικά είχα σκιαχτεί. Πίσω στην πλατεία ο Καραγκιόζης καληνυχτούσε το κοινό χορεύοντας. Αυτό ήταν! Δεν είπε κανένας ότι αυτή η ιστορία δεν θα μπορούσε να είναι μια κωμωδία με χαρούμενο τέλος. Φαντάστηκα τον κορμό του βάιλου να ενώνεται με τα πόδια του και να ανυψώνεται στους ουρανούς σε μια χαρούμενη αγκαλιά με τον σουλτάνο.  Στο γυρισμό για το σπίτι, καθώς έπλαθα τις λεπτομέρειες της πλοκής του σεναρίου, συνειδητοποίησα ότι η σκιά με είχε εγκαταλείψει.

Πέτρος Χριστούλιας

Le fantôme du baylo fendu

Les fantômes existent ! Et ils existeront tant que des personnes à la peau claire comme moi garderont les yeux sur les événements d’un passé lointain. Parfois, je lis un évènement historique qui pique ma curiosité et je remonte dans le temps. À chaque fois, le décor que fixe mon esprit est toujours plus ou moins terne et mal éclairé. Il est logique pour moi d’imaginer comment un scénographe rusé cacherait son insuffisance dans une faible lumière, car elle n’a jamais assez d’informations pour décrire l’époque. Il essaie de ne pas trahir l’illusion en utilisant des paysages savamment cadrés, devant lesquels surgissent les protagonistes de la pièce.

Les événements qui restent dans l’histoire ne sont jamais tièdes et ennuyeux. Il suffit d’un effort minimal de l’observateur pour les comprendre et les digérer avec l’outil de l’éthique qu’il possède à chaque fois, et ils se transforment en représentation d’un drame ancien. Si vous aimez la comédie … très bien. Mais si votre humeur ne vous permet pas de regarder autre chose que la tragédie, vous pouvez avoir peur. Les personnages deviennent alors des figures grotesques cauchemardesques, qui glaceraient le sang de tout homme moderne rationaliste bien éduqué. Vous tournez brusquement sans regarder derrière vous, vous montez les escaliers quatre à quatre et vous avez le sentiment que les héros tragiques vous suivent dans la semi-obscurité.  Vous appuyez sur le premier interrupteur que vous voyez devant vous et la lumière électrique avec sa formidable vitesse vous rend en un instant à nouveau maître de vos émotions. Pour le meilleur ou pour le pire, cependant, vous regardez également derrière votre épaule. Parfois, votre œil peut capter un mouvement. Une silhouette sombre perdue dans une ombre. D’une manière ou d’une autre, un fantôme peut vous suivre depuis votre méditation et hanter votre présent.

Lors d’une visite à l’exposition de gravure de la collection Karakosta qui se tient depuis plusieurs années à la mosquée de l’Emir Zade, je me suis tenu devant une gravure qui représente un horrible instantané. Au centre, le dernier baylo de Negroponte, Paolo Erizzo, nu et couché, la tête pendue à l’image, est tenu par deux Turcs estropiés debout. Deux autres avec un chapeau de janissaire tiennent une grande scie de chaque côté de sa taille, prêts à commencer leur terrible travail. Cette scène se déroule aux pieds de la personne allongée à gauche de l’image, Muhammad II le Conquérant. Le mourant n’a certainement pas l’expression calme d’un saint martyr. Il lève les mains dans un état de désespoir qui rappelle un tableau sur ceux qui sont condamnés à des tourments éternels dans l’enfer de Dante.

Bouleversé, je me tournai brusquement vers le présent. Bien que je sois dans le hall lumineux et spacieux de l’ancienne mosquée, l’histoire ottomane du monument ne m’a pas aidé à renvoyer toute ma tourmente en 1470. Au moment où je suis sorti dans la vue rassurante de la place entourée d’immeubles modernes, une petite ombre s’était installée en moi. Le fantôme du baylo fendu m’avait hanté.

Dès que j’ai descendu les escaliers de l’immeuble, je me suis retrouvé parmi les gens qui regardaient un spectacle de Karagiozi. Je me tenais d’avant en arrière, à côté de la fontaine ottomane, et comme le pacha sortait du sérail dans la couchette, un grand morceau de marbre avec des arabesques en relief tomba alors que je m’appuyais dessus. Derrière lui, des marches de pierre se découvrirent sous mes yeux et qui menaient aux sombres catacombes vénitiennes qui sont connues pour s’étendre sous la place.

Le fantôme du baylo m’a appelé. Si je voulais l’exorciser, je devais d’abord le suivre jusqu’aux échelons inférieurs de l’histoire. Là où il n’y a pas de lumière électrique pour dissoudre le réel de l’imaginaire. Là, Paolo m’a parlé de son destin tragique. Il n’était pas, dit-il, maudit et condamné à vivre là-bas dans les sous-sols humides de Chalkida, sans raison. Sa fille bien-aimée Anna, avant leur séparation pendant le siège, lui avait demandé de dédier son précieux pendentif à la Vierge Marie devant sa petite icône en relief qui se trouve toujours dans le sanctuaire d’Agia Paraskevi. D’après ce qu’il m’a dit pendant ces années, l’église était dédiée à Panagia Perivlepto. Il ne pourrait jamais réaliser son souhait car le fantôme de son éternel ennemi l’en empêchait. Muhammad    hantait également cet endroit maudit parce qu’il n’a pas tenu parole au baylo mourant et a essayé de se moquer de la justice divine avec un jeu de mots. Il lui a promis que s’il se rendait, sa tête resterait en place et il l’a finalement coupée en deux. Maintenant, il s’était installé dans la maison du commandant avec Grypas dans les armoiries, où le bijou était caché, et avec le déplacement du grand général, il chassait à chaque fois facilement avec sa faux, le baylo estropié.

Dans l’obscurité humide de la catacombe, il m’a demandé d’intercéder auprès du sultan pour le laisser accomplir sa dernière mission intérieure afin que tous deux soient rachetés et que chacun aille selon le souhait de son Dieu. Je suis retourné dans le monde supérieur troublé. J’ai dû mettre fin à cette histoire. J’étais obsédé par toutes ces situations métaphysiques. De retour sur la place, Karagiozis a dit bonsoir au public en dansant. C’est tout ! Personne n’a dit que cette histoire ne pouvait pas être une comédie avec une fin heureuse. J’imaginais le tronc du baylo joignant ses jambes et s’élevant au ciel dans une joyeuse étreinte avec le sultan. Sur le chemin du retour, alors que je traçais les détails du scénario, j’ai réalisé que l’ombre m’avait quitté.

traduit du grec par Patrick Roman-Valero

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος (Απρίλιος 2021) του περιοδικού «Αντίθετα Ρεύματα»