– ΣΕ ΛΙΓΑ ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ –

Ένα μεσημέρι του μακρινού 1995, καθόμουν μπροστά στην τηλεόραση με την μικρή μου αδερφή. Είχαμε κάποια λεπτά που παίζαμε τις διαφημίσεις. Σκοπός του παιχνιδιού, να αναγνωρίσεις το προϊόν όσο πιο γρήγορα μπορείς και να προλάβεις τον όχι αρκετά τηλεορασόπληκτο αντίπαλό σου. Ήμασταν ήδη 2-0 και μια ισοπαλία, όταν το πρώτο πλάνο της επόμενης διαφήμισης με ξάφνιασε. Το τηλεοπτικό σποτ ήταν σίγουρα καινούριο αλλά ταυτόχρονα είχε κάτι απροσδιόριστα οικείο. Μου πήρε λίγα δευτερόλεπτα να καταλάβω, ότι το αρχοντικό πάνω στην θάλασσα στο οποίο κατέληξε η κίνηση της κάμερας δεν ήταν άλλο από το δικό μας εμβληματικό κόκκινο σπίτι. Έμεινα να χαζεύω έναν παππού να δείχνει σε ένα παιδί κάτι πολύχρωμες φιγούρες καραγκιόζη σαν αυτές που έφτιαχνε ο Σκαρίμπας και όταν η σκηνή μεταφέρθηκε στο λιμάνι με το ένα από τα δύο χαρακτηριστικά ρυμουλκά να αρμενίζουν στα στενά, η φωνή της αδερφής μου με επανέφερε στην παραγματικότητα.

«Είναι στην Χαλκίδα!», φώναξε με ενθουσιασμό και εγώ ένιωσα ότι έχασα σαν πρωτάρης, γιατί καθυστέρησα άσκοπα, ενώ είχα αναγνωρίσει το μέρος ακόμα πιο γρήγορα. Βέβαια, δεν ήταν αυτοί οι κανόνες του παιχνιδιού. Η νίκη θα μετρούσε μόνο όταν κάποιος θα φώναζε δυνατά τη μάρκα του καφέ που διαφήμιζε το βίντεο. Κανείς από τους δυο μας, όμως, δεν είχε όρεξη να συνεχίσει το παιχνίδι, παρότι το όμορφο μουσικό θέμα, σήμα κατατεθέν του προϊόντος,  το είχε προδώσει και στους δυο. Αφήσαμε τη νοσταλγική μελωδία που δημιουργούσε μια αίσθηση ενιαίας αφήγησης ενώνοντας τις σκηνές, να μας παρασύρει σε μια ειδυλλιακή εκδοχή της πόλης μας.  Ακόμα και οι άχαρες πολυκατοικίες στο βάθος ενός πλάνου με το μαγικό καδράρισμα του σκηνοθέτη είχαν μεταμορφωθεί σε μια χρωματικά ενδιαφέρουσα περιοχή της εικόνας. Γενικά, η ταινία επέμενε στην φυσική ομορφιά και την γραφικότητα του τοπίου. 

 Το πλάνο όμως που αποτυπώθηκε πιο χαρακτηριστικά στο μυαλό μου ήταν αυτό του σιδηροδρομικού σταθμού. Η παλιά αποβάθρα, που τότε ήταν ακόμα σε λειτουργία, είχε μετατραπεί για τις ανάγκες της κινηματογράφησης σε πολύβουο παραδοσιακό καφενείο. Η μεταμόρφωση αυτού του τόσο γνώριμου, κάπως μελαγχολικού μέρους σε ένα χαρούμενο σκηνικό με άρωμα εξιδανικευμένης παλαιότερης εποχής μου φάνηκε μαγική εικόνα. 

Δεν ξέρω με ποιον τρόπο, το συναίσθημα της νοσταλγίας για εποχές που δεν έχει ζήσει καν, τρυπώνει σε ένα παιδί 16 χρονών. Ίσως είναι η συλλογική μνήμη που μεταφέρεται μέσα από την κουλτούρα και την παράδοση του κάθε πολιτισμου με την οποία έρχεται σε επαφή από αρκετά μικρή ηλικία. Η ελληνική τηλεόραση της δεκαετίας του 80 ήταν γεμάτη από εικόνες και ιστορίες προηγούμενων δεκαετιών και ιστορικών περιόδων της Ελλάδας.  Μπορεί οι παλιές φωτογραφίες και τα παλιά έπιπλα και αντικείμενα του σπιτιού, που πολλές φορές φορτίζονται με αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων, να μεταφέρουν έτοιμες συγκινήσεις ακόμα πιο άμεσα. Μπορεί και τα ίδια τα πνεύματα των προγόνων, αν θέλει κανένας να το δει μέσα από μια πιο μεταφυσική οπτική Άπω Ανατολής. 

Με όποιον τρόπο και αν το ανακαλύπτει, αυτό το συναίσθημα μπορεί να γίνει ένα όχημα διαφυγής από την πραγματικότητα πρώτης τάξεως. Πράγμα ωραίο ειδικά για έναν πιεσμένο έφηβο αλλά που όπως όλα τα ψυχοτρόπα μπορεί να γίνει και επικίνδυνο. Μπορεί να επιβιβαστείς σε ένα τρένο που θα εμφανιστεί από το πουθενά στην παλιά αποβάθρα του σταθμού και να βρεθείς σε μια άλλη εποχή της ίδιας σου της πόλης. Αν έχεις  εισιτήριο με επιστροφή για την συγκεκριμένη διαδρομή, τότε είναι ένα ευχάριστο ταξιδάκι. Αν όμως έχεις μπει λαθρεπιβάτης τότε κινδυνεύεις να κολλήσεις στο παρελθόν και ποιός ξέρει τι συμπαντικές δυνάμεις θα πρέπει να κινητοποιήσεις για να καταφέρεις να γυρίσεις.  

26 χρόνια αργότερα ένα κομμάτι μου, που είχε μεταφερθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από εκείνον τον παλιό σταθμό της διαφήμισης πίσω στο παρελθόν και είχε παγιδευτεί εκεί, ανέβηκε πάλι σε μια «ατμομηχανή του χρόνου» και βρήκε τον τρόπο να επιστρέψει. Όλα αυτα τα χρόνια έχει μαζέψει πολλές πληροφορίες και εμπειρίες που ίσως να φανούν χρήσιμα στο παρόν.

Πέτρος Χριστούλιας