– Ο ΣΚΑΛΚΩΤΑΣ ΚΑΙ ΕΓΩ –

Το Δημοτικό Ωδείο της Χαλκίδας ήταν μόλις ενός χρόνου και κάτι και  εγώ διένυα ήδη τον τρίτο μου στο βιολί. Είχα ξεκινήσει τα μαθήματα στην Β’ δημοτικού στην πιο γνωστή μέχρι τότε σχολή μουσικής της πόλης, το ωδείο του Κωτσόπουλου. Το όνομα του γέρου μουσικού -διευθυντή φιλαρμονικής μπάντας στην ακμή του- δεν μπορούσε όμως πια να ανταγωνιστεί το δυναμικό ξεκίνημα του νέου θεσμού. Έτσι, και εγώ, βρέθηκα μαθητής εκεί με μεταγραφή.

Το κτίριο του νεαρού Δημοτικού Ωδείου βέβαια, όχι απλώς δεν ήταν νεότερο από την πολυκατοικία στον δεύτερο όροφο της οποίας τράβηξα τις πρώτες μου παράφωνες δοξαριές, αλλά είχε σχεδόν τα χρόνια του εκατοχρονίτη μαέστρου. Μάλιστα, για ένα διάστημα, στη μακρινή περίοδο των αρχών του προηγούμενου αιώνα, είχε φιλοξενήσει και τον σημαντικότερο έλληνα συνθέτη κλασικής μουσικής, που τυχαίνει να ήταν συμπολίτης μου, τον Νίκο Σκαλκώτα. Στα παιδικά μου χρόνια τα παλιά σπίτια δεν μου ασκούσαν ιδιαίτερη γοητεία. Παρόλα αυτά προτιμούσα το ώρες-ώρες καταθλιπτικό σκηνικό του παλιού νεοκλασικού από το πιο καινούριο κτίριο, όπου βρισκόταν το ωδείο του Κωτσόπουλου. Εκεί ανέβαινα τρέχοντας το σκοτεινό κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας, γιατί στον πρώτο όροφο λειτουργούσε η κακόφημη ντίσκο «Το κουρδιστό  πορτοκάλι». 

Εκείνο το απόγευμα όμως δεν είχα καμία διάθεση να ανέβω τα πέτρινα σκαλιά του Δημοτικού Ωδείου. Στάθηκα για λίγο έξω στη μικρή αυλίτσα με τη θήκη του βιολιού μου των τριών τετάρτων, ντυμένος και χτενισμένος σαν γαμπρός. Όταν το πήρα απόφαση μπήκα από τη δίφυλλη πόρτα στον κεντρικό διάδρομο, όπου ήδη ένας τύπος με δημοσιογραφικό γιλέκο και κοτσίδα έστηνε μια μεγάλη κάμερα σε ένα τρίποδο. 

«Καλώς τον πρωταγωνιστή μας!» 

Γύρισα στα αριστερά μου και από την πόρτα του γραφείου είδα να έρχονται προς το μέρος μου ο δάσκαλός μου, η γραμματέας του ωδείου και ένας ψηλόλιγνος τύπος με γυαλιά που μου τον σύστησαν ως τον σκηνοθέτη της ταινίας που θα γυριζόταν σύντομα εκεί. Για την ακρίβεια, ο κύριος με τα γυαλιά ήθελε να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του μεγάλου μουσικοσυνθέτη που έζησε για λίγο εκεί που βρισκόμασταν εμείς σήμερα, όταν εκείνος ήταν περίπου στην ηλικία που ήμουν εγώ τότε. Ο Σκαλκώτας από μικρός έπαιζε βιολί και εγώ θα τον υποδυόμουν κατα κάποιο τρόπο, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ. 

Ο σκηνοθέτης ακούμπησε στοργικά το χέρι του στην πλάτη μου και με οδήγησε στην μεγάλη αίθουσα των θεωρητικών. Η κάμερα στημένη στον διάδρομο κρυφοκοιτούσε προς το μέρος μου. Εκεί υπήρχε ήδη στημένο ένα αναλόγιο όπου στερέωσα τις σελίδες του κονσέρτου σε σι ύφεση του Ρίντινγκ, που μελετούσα εκείνη την περίοδο. Πριν ξεκινήσω να παίζω τσίμπησα με τον δείκτη του χεριού που κρατούσα το δοξάρι, τις ανοιχτές χορδές. Ακούστηκε ένα περίπου σολ, ρε, λα, μι, πήρα μια ανάσα και ξεκίνησα. 

Θα πρέπει να έτριζαν τα κόκαλα του Σκαλκώτα με τον απαράδεκτο ήχο μου. Πάντως το χαμόγελο του γνωστού φωτογραφικού πορτρέτου του, που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο σίγουρα εκείνη την ώρα έκρυβε ειρωνεία. Δεν ξέρω αν ποτέ είχα τη δυνατότητα να φτάσω σε καλό επίπεδο στο βιολί. Το αυτί μου λειτουργούσε αρκετά καλά. Με δέκα λεπτά διάβασμα πριν το μάθημα όπως συνήθιζα όμως, σίγουρα δεν θα το ανακαλύπτα ποτέ.

«ΚΑΤ! είμαστε μια χαρά» είπε ο σκηνοθέτης και πριν προλάβω να σταματήσω να «ερμηνεύω», ο αδιάφορος κάμεραμαν είχε αρχίσει να μαζεύει την κάμερα για να την στήσει κάπου αλλού για το επόμενο πλάνο. 

Καθώς γύριζα σπίτι άρχισα να συνειδητοποιώ ότι μόλις είχα εκτεθεί ανεπανόρθωτα. Με είχαν απαθανατίσει σε κινηματογραφικό φιλμ, που απευθυνόταν σε ανθρώπους με ενδιαφέρον για την μουσική, να προσβάλω την μνήμη του Σκαλκώτα με το κακό μου παίξιμο. Προσπάθησα να παρηγορήσω τον εαυτό μου. Σκέφτηκα ότι έτσι είναι το σινεμά και ότι ένας ηθοποιός που παίζει μια μεγάλη προσωπικότητα, δεν χρειάζεται να είναι και ο ίδιος σπουδαίος και άλλα τέτοια. Την επόμενη στιγμή όμως, φανταζόμουν κάποιον καλό μουσικό να βλέπει το ντοκιμαντέρ και σταβομουτσουνιάζοντας να αναρωτιέται που το βρήκαν αυτό το φάλτσο «παιδί θαύμα». 

Τελικά ο χρόνος που για ένα παιδί φαίνεται πιο μακρύς, έσβησε τις ενοχές και τις τύψεις και σε λίγο καιρό ούτε που θυμόμουν το περιστατικό. Όταν όμως, μετά από κανα δυο χρόνια, η μητέρα μου μου ανακοίνωσε όλο χαρά ότι ήμασταν καλεσμένοι στην παρουσίαση του ντοκιμαντέρ, στην αίθουσα εκδηλώσεων ενός μεγάλου ωδείου στο κέντρο της Αθήνας, επέστρεψαν όλα με μιας. 

Η αίθουσα ήταν -αντίθετα από τις ελπίδες μου- γεμάτη. Φαίνεται ότι πολύς κόσμος εκτιμούσε τόσο το έργο του Χαλκιδαίου μουσικού που ενδιαφερόταν να μάθει και λεπτομέρειες για την ζωή του. Σε λίγο όλοι αυτοί θα με άκουγαν στην καλύτερη περίπτωση απογοητευμένοι και στην χειρότερη θυμωμένοι. Τα φώτα έκλεισαν και μετά από κάποιες εικόνες της σύγχρονης Χαλκίδας και ενώ η φωνή του αφηγητή συνδυαζόταν με μια γνωστή παραλλαγή ελληνικού χορού του Σκαλκώτα, η οθόνη γέμισε με την πρόσοψη του ωδείου. Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Την ώρα που ο αφηγητής μιλούσε για τα παιδικά χρόνια του μεγάλου μουσικού, έπεσε το πλάνο με εμένα να παίζω στο βάθος της αίθουσας. Μέχρι να τελειώσει, οι σφυγμοί μου είχαν επιστρέψει στο κανονικό, αφού ευτυχώς η αισθητική του σκηνοθέτη με είχε σώσει. Το γνωστό μουσικό θέμα είχε συνεχίσει να ακούγεται από το προηγούμενο πλάνο καλύπτοντας πλήρως τον φυσικό ήχο.  Βγαίνοντας η μητέρα μου σχολίασε απλώς ότι η ταινία είχε πολύ ενδιαφέρον, κρύβοντας μια απογοήτευση  αφού είχαμε κουβαληθεί μέχρι εκεί, μόνο και μόνο για ένα πλάνο που μάλιστα δεν είχε καν ήχο. Εγώ, από την άλλη, μπορούσα πάλι να περπατώ καμαρωτός σαν ένας ηθοποιός που έπαιξε το ρόλο του στη δημιουργία μιας πετυχημένης ψευδαίσθησης, χωρίς να χρειάζεται να μετατραπεί και σε καμιά σπουδαία προσωπικότητα.